Παιδιά που αποχωρίστηκαν τους γονείς τους στη δίνη του Εμφυλίου, μεγάλωσαν μακριά τους και χρειάστηκε, χρόνια αργότερα, να ξαναγνωρίσουν τις οικογένειές τους, βρέθηκαν στο επίκεντρο της ομιλίας της Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν στην Αετομηλίτσα. Η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας μίλησε το Σάββατο 22 Αυγούστου 2026 στο καταφύγιο Αετομηλίτσας σε ημερίδα αφιερωμένη στη σημασία και τον ρόλο της προφορικής ιστορίας. Στο επίκεντρο των εισηγήσεων βρέθηκαν ζητήματα μεθοδολογίας, καθώς και η συμβολή της προφορικής ιστορίας στη διαμόρφωση και διάχυση της ιστορικής γνώσης στην κοινωνία.
Η κ. Βαν Μπούσχοτεν τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι «τα βιώματα δεν χωρούν εύκολα σε καλούπια», εξηγώντας ότι οι προσωπικές αφηγήσεις συχνά αμφισβητούν τα ηγεμονικά σχήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πίσω από το ερώτημα αν τα παιδιά μετακινήθηκαν εθελοντικά ή με εξαναγκασμό, αναδεικνύονται η φτώχεια, ο φόβος, οι οικογενειακές αποφάσεις και η επιθυμία των ίδιων των παιδιών να χαράξουν αυτόνομα την πορεία τους.
Περίπου 120 συνεντεύξεις με επίκεντρο τα παιδιά
Η έρευνα που πραγματοποίησε μαζί με τον Αμερικανό ανθρωπολόγο Loring Danforth, περιλαμβάνει περίπου 120 συνεντεύξεις. Οι ερευνητές επισκέφθηκαν περιοχές της Ελλάδας, τη σημερινή Βόρεια Μακεδονία, τον Καναδά και την Ουγγαρία, καταγράφοντας διαφορετικές διαδρομές ζωής. Συμπεριέλαβαν τόσο παιδιά που μεταφέρθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη όσο και παιδιά που οδηγήθηκαν στις Παιδοπόλεις της Βασιλικής Πρόνοιας. Οι μαρτυρίες συνδυάστηκαν με αρχειακή έρευνα, ενώ το υλικό παραδόθηκε στο Αρχείο Οπτικοακουστικών Μαρτυριών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Η μελέτη κυκλοφόρησε στα ελληνικά και στα αγγλικά και μεταφέρθηκε και στο θέατρο.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια, οι περισσότεροι συνεντευξιαζόμενοι περιέγραψαν τη μετακίνησή τους ως εθελοντική. Καταγράφηκαν, ωστόσο, και περιπτώσεις εξαναγκασμού. Άλλα παιδιά έφυγαν κρυφά από τους γονείς τους, ενώ ορισμένα πίστευαν ότι θα επέστρεφαν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Οι προφορικές αφηγήσεις αμφισβήτησαν την άποψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης ότι οι Παιδοπόλεις δημιουργήθηκαν ως απάντηση στη μεταφορά παιδιών στην Ανατολική Ευρώπη από τους αντάρτες, επισημαίνοντας ότι οι πρώτες άρχισαν να λειτουργούν το 1947, πριν από την οργανωμένη μαζική μετακίνηση παιδιών έξω από τα ελληνικά σύνορα, που ξεκίνησε τον Μάρτιο 1948.
Η επιστροφή δεν έκλεινε τις πληγές
Ιδιαίτερη θέση στην ομιλία είχαν οι οικογενειακές επανενώσεις. Η κ. Βαν Μπούσχοτεν αναφέρθηκε στη Σοφία από την Καλλιθέα Πρεσπών, η οποία, ύστερα από σπουδές στην Πολωνία, εγκαταστάθηκε στα Σκόπια. Όταν συνάντησε τον πατέρα της έπειτα από χρόνια, δεν αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον. Χρειάστηκε να δείξουν τα διαβατήριά τους για να επιβεβαιώσουν τη συγγένειά τους.
Για πολλά κορίτσια, ο πρώιμος επαναπατρισμός στη δεκαετία του 1950 σήμαινε και απώλεια της αυτονομίας που είχαν αποκτήσει στο εξωτερικό ή και στο περιβάλλον των παιδοπόλεων. Είχαν σπουδάσει, εργαστεί ή γνωρίσει διαφορετικούς τρόπους ζωής, αλλά στα χωριά τους βρέθηκαν ξανά αντιμέτωπες με τους αυστηρούς περιορισμούς της πατριαρχικής κοινωνίας. Τους απαγόρευαν να φοράνε παντελόνια και να συνεχίσουν τις σπουδές τους, τις έστελναν στα χωράφια και σε ένα γάμο με προξενιό. «Έκλεισε η ζωή μας», έλεγαν στις συνεντεύξεις.
Η καθηγήτρια στάθηκε επίσης στην «αδύνατη επιστροφή» σλαβόφωνων πολιτικών προσφύγων. Όπως ανέφερε, νομικό διάταγμα του 1982 επέτρεψε τον επαναπατρισμό μόνο όσων χαρακτηρίζονταν από το κράτος «Έλληνες το γένος», αποκλείοντας τους υπόλοιπους. Ακόμη και όταν κάποιοι κατάφερναν να επισκεφθούν τον τόπο τους, συναντούσαν κατεστραμμένα χωριά και αναζητούσαν στο νεκροταφείο τους δικούς τους ανθρώπους.
Ο Βόλος και η ιστορία που επιστρέφει στην κοινωνία
Σημαντικό μέρος της παρέμβασής της αφορούσε τη δουλειά στον Βόλο, όπου δημιουργήθηκε μεγάλο αρχείο συνεντεύξεων μέσα από πανεπιστημιακές έρευνες και εργασίες φοιτητών. Αναφέρθηκε επίσης στην τοπική Ομάδα Προφορικής Ιστορίας, που λειτουργεί από το 2015. Ως παραδείγματα παρουσίασε την πρόσφατη έκθεση στο Μουσείο της Πόλης του Βόλου για ανθρώπους που στάλθηκαν στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία κατά την Κατοχή και τις εκδηλώσεις στο Παλαιό Τρίκερι για τις εξόριστες γυναίκες. Απόγονοι ανακάλυψαν εκεί άγνωστες πλευρές της οικογενειακής τους ιστορίας.
Για την ίδια, η έρευνα προϋποθέτει γνώση, χρόνο και ουσιαστική ακρόαση. «Δεν πρέπει να ακούμε μόνο αυτά που θέλουμε να ακούσουμε», υπογράμμισε. Η προφορική ιστορία δεν περιορίζεται στην καταγραφή γεγονότων: εξετάζει πώς οι άνθρωποι θυμούνται, ερμηνεύουν και μεταφέρουν τις εμπειρίες τους, επιστρέφοντας αυτή τη γνώση στην κοινωνία.